Γρήγορη αναζήτηση

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΚΗΝΙΚΟ - ΝΕΕΣ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΝ ΟΙ ΗΠΑ. ΟΞΥΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ.

Ο Τραμπ υπαγορεύει τον αδιαμφισβήτητο κυριαρχικό ρόλο των ΗΠΑ στην παγκόσμια σκακιέρα

Άλλωστε η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ δεν μεταβάλλεται εύκολα σε επίπεδο στρατηγικής και η πολιτική που θα ασκήσει ο Τραμπ δεν σχεδιάζεται από τον ίδιο, αλλά εκπορεύεται από τα πανίσχυρα επιτελεία που βρίσκονται πίσω του. Εκείνο που προκύπτει πάντως είναι ότι, παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ παραμένουν η ισχυρότερη πλανητική υπερδύναμη, τα τελευταία χρόνια φαίνεται να αντιμετωπίζουν προβλήματα σε όλα τα μέτωπα που έχουν ανοίξει (Ουκρανία, Συρία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Τουρκία, Ιράν, Ασία κλπ.), μέσα από την ενίσχυση των θέσεων της Ρωσίας (κύρια σε στρατιωτικό επίπεδο) και τη σταθερή παρουσία της Κίνας στο παγκόσμιο πολιτικό προσκήνιο (σε οικονομικό και σε στρατιωτικό επίπεδο στην περιοχή της).

Είναι λοιπόν φανερό ότι στους μονοπωλιακούς κύκλους της Γουόλ Στριτ και του Αμερικανικού Πενταγώνου, στα αμερικάνικα «think tanks» (δεξαμενές σκέψης), αναζητούνται  εναλλακτικές για την αντιμετώπιση της κατάστασης. (Στα πλαίσια αυτά μπορεί να ενταχθούν και οι συμβουλές και η συνδρομή του γνωστού - γηραιού (93χρονου) - «γερακιού» Κίσσιγκερ προς τον Τραμπ, με τον οποίο συναντήθηκε προεκλογικά).
Μέσα όμως από τις προεκλογικές του δηλώσεις αλλά και από άλλες κινήσεις του διαφαίνεται σαφώς η σκλήρυνση της γραμμής στο εσωτερικό της χώρας. Προκύπτει επίσης ότι η  επιλογή προσώπων για τα βασικά υπουργεία γίνεται από ένα έτοιμο,  «σφιχτό» προεκλογικό επιτελείο μεγαλοεπιχειρηματιών και συγγενών, μεγιστάνων του πλούτου, ιδιοκτητών κολοσσιαίων μονοπωλίων και πολυ­εθ­νι­κών, πράγμα που δείχνει ακριβώς ποια συμφέροντα έρχε­ται να εξυπηρετήσει ξετσίπωτα η εκλογή Τραμπ.
Ακόμη για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτών φαίνεται ότι θα εφαρμόσει μια πολιτική προστατευτισμού για τα αμερικάνικα μονοπώλια, για την προστασία των θέσεων εργασίας στην Αμερική και από τον ανταγωνισμό της Κίνας ή του Μεξικού. Σε αυτή την κατεύθυνση κινούνται οι απειλές προς την αυτοκινητοβιομηχανία «Τογιότα», να μην εγκαταστήσει το εργοστάσιό της στο Μεξικό, οι δηλώσεις του κατά της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας «General Motors» και των σχεδίων της για διατήρηση εργοστασίων κατασκευής αυτοκινήτων στο Μεξικό,  σε βάρος της οποίας απείλησε να επιβάλει «έ­να βαρύ τελωνειακό δασμό», πράγμα που ανάγκασε και την  αυτοκινητοβιομηχανία «Ford» να ανακοινώσει ότι ματαιώνει τα σχέδια για τη δημιουργία νέου εργοστασίου στο Μεξικό, με κόστος 1,6 δις δολάρια, επιλέγοντας αντ' αυτού να προχωρήσει στις προσλήψεις 700 νέων εργατών στο Μίσιγκαν, σε μονάδα που φτιάχνει ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά τη ρατσιστική-αντιδραστική του πολιτική, διαβεβαίωσε πως θα οικοδομήσει το τείχος στα νότια σύνορα των ΗΠΑ «άμεσα», ενώ,  εξοργισμένος, δεν επέτρεψε σε δημοσιογράφο του CNN να του κάνει ερώτηση! Πολύς λόγος γίνεται για το γεγονός ότι ο Τραμπ φαίνεται φιλικός με τον Πούτιν και τη Ρωσία.
Προβάλλεται ότι η θέση του αυτή οφείλεται σε στοιχεία που έχει η ρωσική πλευρά με τα οποία τον εκβιάζει. Ανεξάρτητα αν υπάρχουν και τέτοια στοιχεία, αφού πάντα μαίνεται ο πόλεμος των κατασκόπων και των μυστικών υπηρεσιών, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί η στάση των ΗΠΑ απέναντι στον βασικό ανταγωνιστή της να κριθεί σε αυτό το επίπεδο. Ο Τραμπ πάντως, σε επαναλαμβανόμενες σχετικές ερωτήσεις, α­πάντησε διπλωματικά: «Αν αρέσω στον Πούτιν, αυτό είναι πλεονέκτημα, όχι μειονέκτημα. Ο Πούτιν μπορεί να μας βοηθήσει στη μάχη κατά του ISIS».
Είναι προφανές ότι τα επιτελεία της Ουάσιγκτον, πιθανόν για λόγους τακτικής και επαναπροσδιορισμού της στάσης τους, κρατούν την αντιπαράθεση με τη Ρωσία, σε αυτήν τη φάση, σε ένα υποτονικό επίπεδο, βρίσκονται σε μια προσωρινή συνεννόηση με το Κρεμλίνο, για να μπουν στη συνέχεια με καλύτερους όρους στη διεκδίκηση θέσεων στην παγκόσμια σκακιέρα. Και είναι προφανής η αμφιθυμία στη στάση τους αυτή, αφού μια άλλη μερίδα των μονοπωλιακών κύκλων των ΗΠΑ, που εκφράζεται από τους Δημοκρατικούς, θέλησε με μια πράξη – «διαθήκη» του απερχόμενου Προέδρου Ομπάμα να οξύνει τις σχέσεις της με τη Ρωσία, απελαύνοντας 37 διπλωματικούς υπαλλήλους της.
Ο Πούτιν δεν απάντησε με τον ίδιο τρόπο, παρά τις εισηγήσεις (;) του υπουργού του επί των Εξωτερικών, Λαβρόφ, για αντίμετρα, διατηρώντας τους χαμηλούς τόνους στις αμερικανορωσικές σχέσεις. Είναι προφανές ότι διανύεται μια ενδιάμεση περίοδος  σε αυτές τις σχέσεις.
Εκείνο όμως που κατέστη σαφές από την πρώτη ημέρα εκλογής του Τραμπ είναι η ένταση των σχέσεων με την Κίνα, που σηματοδοτήθηκε με το όχι τυχαίο τηλεφώνημα Τραμπ με την ηγεσία της Ταϊβάν (Φορμόζα-«Εθνικιστκή Κίνα»), που αποτελεί για την Κίνα ανοιχτή πρόκληση - «casus belli», αφού τη θεωρεί επαρχία της και τμήμα του κινεζικού εδάφους.
Φαίνεται και από την όξυνση των σινοϊαπωνικών σχέσεων και από την υπέρμετρη συρροή στρατιωτικών στόλων στην περιοχή και από την ένταση στην Κορεατική χερσόνησο και από τον οικονομικό πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας, ότι  έχουμε μια  μετατόπιση της αντιπαράθεσης στον Ειρηνικό και πιθανόν οι ΗΠΑ να θέλουν να «ακουμπήσουν» ένα μέρος της περιφερειακής τους ασ­φάλειας σε εταίρους, όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα.
Στα πλαίσια αυτά ο Τραμπ προεκλογικά επέκρινε ως «φρικτή» την Υπερειρηνική Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης (TPP), η οποία συνήφθη το 2015, με τη σθεναρή υποστήριξη της κυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα, αλλά η κύρωση της οποίας από την Ουάσινγκτον φαντάζει πλέον απίθανη, ενώ χαιρετίζοντας το «BREXIT», σε αμφισβήτηση έθεσε και τη Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων (T-TIP).
Είναι σαφές ότι οι κινήσεις αυτές έχουν να κάνουν με τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης  των ΗΠΑ και με τους ανερχόμενους, σημαντικούς στο παγκόσμιο γεωπολιτικό σύστημα, πόλους της Κίνας και της γερμανικής, ολοένα και πιο διχασμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο ρεαλισμός της προώθησης της ιμπεριαλιστικής πολιτικής των ΗΠΑ είναι εκείνος που θα κάνει να ξεχαστούν ή ξεπεραστούν προεκλογικές αστείες ή σοβαρές δηλώσεις, οξύτητες και υποσχέσεις του Τραμπ και θα προσδιορίσει τελικά τις επιλογές τους, στον ανταγωνισμό τους με τους άλλους ισχυρούς «παίκτες» του πλανήτη.