Γρήγορη αναζήτηση

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Κύματα περικοπών σε μισθούς και συντάξεις Γενική καθίζηση των λαϊκών εισοδημάτων


Τι δείχνουν τα επίσημα στατιστικά στοιχεία
Περί τους 210.000 υπολογίζεται ο αριθμός των συνταξιούχων που έπεσαν θύματα του πρώτου κύματος περικοπών στις επικουρικές συντάξεις τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο. Οι μισοί από αυτούς υπέστησαν μείωση μεγαλύτερη των 100 ευρώ. Επιπλέον, τον Οκτώβριο θα ακολουθήσει το τρίτο κύμα ανα­­κα­θορισμού για άλλες 170.000 επικουρικές συντάξεις, καθώς ήδη από τη λαιμητόμο αυτή έχουν περάσει 1.080.000 σε σύνολο 1.250.000 επικουρικών συντάξεων. Για ορισμένες κατηγορίες η μείωση φτάνει έως και το 40%. Στο πρώτο κύμα μειώσεων τον Αύγουστο επηρεάστηκαν 66.900 συνταξιούχοι που είχαν απώ­λειες έως και πάνω από 100 ευρώ, ενώ τον Οκτώβ­ριο οι απώ­λειες θα είναι ακόμα μεγαλύτερες, καθώς εκεί οι συνταξιούχοι θα δουν και την πρώ­τη δόση της επιστροφής αναδρομικών για τις επικουρικές συντάξεις, καθώς το ψαλίδι μετράει από τις συντάξεις Ιουνίου.

Δεν είναι όμως μόνο οι δραματικές μειώσεις στις συντάξεις που μαρτυρούν τη ραγδαία επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα. Στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛΣΤΑΤ), που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα και αφορούν σε έρευνα για τις Συνθήκες Διαβίωσης, καταγράφουν με τον πλέον αποκαλυπτικό τρόπο την κατάσταση συνολικά, για το πού έχουν πέσει οι μισθοί, πόσο έχει εκτιναχθεί η ανεργία, η ελαστική εργασία κλπ.
Συγκεκριμένα οι απασχολούμενοι στην Ελλάδα βαίνουν διαρκώς μειούμενοι καθώς από τα 4,6 εκατ. εργαζόμενους το 2008, πέσαμε στα 3,61 εκατ. το 2015. Οι άνεργοι από 387.000 το 2008 εκτινάχθηκαν στα 1,19 εκατ. το 2015. Οι μακροχρόνια άνεργοι από 183.000 το 2008, ξεπέρασαν τους 875.000 το 2015, εκ των οποίων οι 454.000 είναι γυναίκες.
Ένα άλλο συγκλονιστικό στοιχείο της έρευνας δείχνει πόσο έχει αυξηθεί ο πληθυσμός που διαμένει σε νοικοκυριά χωρίς εργαζόμενους. Από 11,1% που ήταν το 2008, άγγιξε περίπου το 30% το 2015. Που σημαίνει 3 στα 10 νοικοκυριά επιβιώνουν χωρίς εργαζόμενους.
Όσο δε για τα σταθερά υψηλά ποσοστά της ανεργίας, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, τον Ιούνιο ήταν στο 23,4% έναντι 24,9% τον Ιούνιο του 2015. Η ανεργία των νέων 15-24 ετών ανέρχεται σε 47,7% κα των 25-34 ετών σε 29,5%.
Μια άλλη μελέτη του ΙΚΑ, που βασίζεται σε επεξεργασία στοιχείων που καταθέτουν οι λεγόμενες «κοινές επιχειρήσεις», είναι εξίσου αποκαλυπτική, όσον αφορά την εκτίναξη των ελαστικών σχέσεων εργασίας, τη μείωση του μέσου μηνιαίου μισθού σχεδόν κατά 15,5% για τις θέσεις πλήρους απασχόλησης και κατά 34% για τις θέσεις μερικής απασχόλησης, μέσα στα τελευταία τέσσερα χρόνια (2012-2016).
Το 2012 ξεκίνησε η υλοποίηση της περίφημης Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ), από την κυβέρνηση Παπαδήμου, η οποία ανέ­στειλε την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που ίσχυε ως τότε και καθιέρωσε μισθό 586 και 511 ευρώ μεικτά για τους νέους κάτω των 25 ετών αντίστοιχα. Η ρύθμιση αυτή επέδρασε καταλυτικά στη μεγάλη μείωση συνολικά των μισθών. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι ότι ενώ οι θέσεις πλήρους απασχόλησης μεταξύ των ετών 2012-2016, αυξήθηκαν κατά 102.525 (8,69%), το σύνολο της μισθοδοσίας την ίδια περίοδο, μειώθηκε κατά 8,08%, από 1,7 δισ. ευρώ το 2012 σε 1,56 δισ. ευρώ το 2016.
Δηλαδή, μετά την υπογραφή της ΠΥΣ που μείωνε τον κατώτερο μισθό, πάνω από 100.000 άτομα προστέθηκαν με σχέση πλήρους απασχόλησης στο εργατικό δυναμικό, αλλά η συνολική δαπάνη μειώθηκε, αυξάνοντας έτσι και τα κέρδη των επιχειρήσεων. Περιττό βέβαια να αναφερθεί ότι την ΠΥΣ, όπως και άλλα τέτοιου είδους αντεργατικά μέτρα που ψήφισαν προηγούμενες κυβερνήσεις, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί και εφαρμόζει στο ακέραιο.
Η μερική απασχόληση αυξήθηκε κατά 73,85%.
Το Γενάρη του 2012, οι θέσεις μερικής απασχόλησης ήταν 294.886, για να ξεπεράσουν το Γενάρη του 2016 το μισό εκατομμύριο, φτάνοντας τις 512.684. Στοιχείο που δείχνει ότι η επέκταση της μερικής απασχόλησης είναι από τους βασικότερους λόγους αύξησης της απασχόλησης, μόνο που αυτό σημαίνει ότι μια θέση πλήρους απασχόλησης μοιράστηκε σε δύο και τρεις εργαζόμενους.
Συγκρίνοντας την ποσοστιαία άνοδο των θέσεων μερικής απασχόλησης (73,85%) με αυτήν των θέσεων πλήρους απασχόλησης (8,69%), κατά την περίοδο 2012-2016, προκύπτει το προφανές συμπέρασμα της ραγδαίας επέκτασης και κυριαρχίας των ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Η «μοίρα» των θέσεων μερικής απασχόλησης ως προς τις αποδοχές είναι ακόμα χειρότερη από αυτήν των θέσεων πλήρους απασχόλησης. Το Γενάρη του 2012, ο μέσος μηνιαίος μισθός για μια θέση μερικής απασχόλησης ήταν 604,22 μεικτά (περίπου 500 ευρώ καθαρά), για να φτάσει το Γενάρη του 2016 τα 400,84 ευρώ μεικτά (περίπου 345 ευρώ καθαρά). Δηλαδή μειώθηκε 203,88 ευρώ ή κατά 33,88%. Αν και η συνολική δαπάνη για τη μισθοδοσία, που αφορά στις θέσεις μερικής απασχόλησης αυξήθηκε, γεγονός που προφανώς δεν οφείλεται σε αύξηση των αποδοχών αλλά στην τεράστια αύξηση των θέσεων μερικής απασχόλησης.
Ένα ακόμα χρήσιμο συμπέρασμα προκύπτει από την εξέλιξη της μισθολογικής δαπάνης που αφορά το σύνολο των θέσεων πλήρους και μερικής απασχόλησης. Το Γενάρη του 2009, το σύνολο της μισθοδοσίας αυτής ήταν 2,21 δισ. ευρώ για 1,81 εκατ. εργαζόμενους. Το Γενάρη του 2016, το σύνολο της μισθοδοσίας έπεσε στα 1,76 δισ. ευρώ για 1,79 εκατ. εργαζόμενους. Με άλλα λόγια, τα κέρδη των επιχειρήσεων αυξήθηκαν κατά μισό δισ. ευρώ το μήνα ή 7 δισ. ευρώ το χρόνο.
Όλα τα παραπάνω στοιχεία της μελέτης του ΙΚΑ δεν περιλαμβάνουν στοιχεία από τον κλάδο της οικοδομικής, όπου συγκεντρώνονται υψηλά ποσοστά μισθωτών. Στον κλάδο αυτό ο αριθμός των ασφαλισμένων οικοδόμων το Γενάρη του 2009 ήταν 119.242 και το Γενάρη του 2016 ήταν μόλις 30.907, που σημαίνει πτώση 75%. Το μέσο ημερομίσθιο το Γενάρη του 2009 ήταν 66,87 ευρώ μεικτά και το Γενάρη του 2016 έφτασε μόλις τα 41,19 ευρώ μεικτά (πτώση 38,4%).