Για 50 και πλέον ημέρες στους δρόμους της χώρας ξεδιπλώθηκε ένας από τους πιο μεγαλειώδεις αγώνες στην ιστορία του αγροτικού κινήματος, καθώς οι βιοπαλαιστές της γης βγήκαν μαζικά στα μπλόκα, διεκδικώντας το δικαίωμα στη ζωή.

Ένας αγώνας που άντεξε για σχεδόν δύο μήνες, παρά τις συκοφαντίες και τις απειλές της κυβέρνησης, καθώς και τις αδυναμίες και υποχωρήσεις των δυνάμεων που κυριαρχούν στο εσωτερικό του, αλλά που αφήνει αναμφισβήτητα μία θετική παρακαταθήκη για το μέλλον.

Τη Δευτέρα 19 Γενάρη οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι συναντήθηκαν με τον Μητσοτάκη και υπουργούς στο Μαξίμου και την επόμενη ημέρα ξεκίνησαν να αποχωρούν σταδιακά από τα μπλό­κα, την ώρα που μεγάλο μέρος των προβλημάτων του πρωτογενούς τομέα, παραμένουν άλυτα.

Καταστολή, εκβιασμοί και κατασυκοφάντηση

Πριν ακόμα στηθούν τα μπλόκα, τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και σύσσωμη η κυβέρνηση επιχείρησαν να παρουσιαστούν ως η πολιτική δύναμη που εγγυάται τα συμφέροντα του πρωτογενούς τομέα, στο πλαίσιο πάντα των περιβόητων «δημοσιονομικών ορίων», εφαρμόζοντας ωστόσο τις αντιαγροτικές επιταγές της ΕΕ.

Η κυβέρνηση και τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ πίεζαν τους διαδηλωτές για συνομιλίες και όταν απέτυχαν, από τη στιγμή που οι αγροτοκτηνοτρόφοι ζητούσαν ουσιαστικές δεσμεύσεις πριν καθίσουν στο τραπέζι, επιστρατεύτηκαν η καταστολή, οι απειλές, τα ψεύδη και οι συκοφαντίες σε βάρος του αγώνα.

Ήδη από το πρώτο μπλόκο στη Νίκαια, τα ΜΑΤ επιτέθηκαν στους διαδηλωτές, στέλνοντας έναν αγροτοσυνδικαλιστή στο νοσοκομείο, ενώ πραγματοποιήθηκαν συλλήψεις και στήθηκαν νέα αγροτοδικεία. Το ίδιο συνέβη και σε άλλες περιοχές, όπως στην Κρήτη, όπου εξαπολύθηκε όργιο καταστολής.

Ταυτόχρονα, ο Μητσοτάκης, οι υπουργοί και οι βουλευτές του επιχείρησαν ανεπιτυχώς να στρέψουν την κοινωνία ενάντια στους βιοπαλαιστές που αγωνίζονταν, επιστρατεύοντας κάθε διαθέσιμο μέσο. Από τηλεφωνήματα και πιέσεις σε «γαλάζιους» αγροτοσυνδικαλιστές, απειλές για επιπλέον αγροτοδικεία, μέχρι και κλείσιμο δρόμων από την τροχαία, με στόχο να κατηγορηθούν τα μπλόκα.

Αφού και η τακτική αυτή έπεσε στο κενό, στο «παιχνίδι» μπήκαν οι ξενοδόχοι και οι καταστηματάρχες την περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς που διατείνονταν ότι τάχα είχαν πλήθος ακυρώσεων λόγω των μπλόκων και ζητούσαν ενισχύσεις για τη «ζημιά».

Ακολούθησαν οι «έρευνες» των αρχών για δήθεν εμπλοκή αγροτοσυνδικαλιστών των μπλόκων στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, κάτι που συνεχίστηκε μέχρι και την ημέρα της συνάντησης στο Μαξίμου. Ακόμα και έρευνα για διασπορά ευλογιάς των αιγοπροβάτων το… 2024 ξεσήκωσε ο Άρειος Πάγος σε βάρος κτηνοτρόφου και μέλους της Πανελλαδικής Επιτροπής Μπλόκων (ΠΕΜ).

Παράλληλα, «πρόθυμοι» συνδικαλιστές, στελέχη της Νέας Δημοκρατίας και «ημέτεροι» που διέσπασαν τον αγώνα, προχώρησαν σε ξεχωριστή συνάντηση με τον Μητσοτάκη, χωρίς ωστόσο αντίκτυπο, καθώς εκπροσωπούσαν ελάχιστα μικρά μπλόκα και τους… εαυτούς τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι πρόθεση της κυβέρνησης είναι να συνεχιστούν οι διώξεις ακόμα και μετά το τέλος των κινητοποιήσεων. Ακόμα και μετά τη συνάντηση στο Μαξίμου, αγρότες λάμβαναν δικογραφίες για παρακώλυση συγκοινωνιών.

Ένας μεγάλος αγώνας χωρίς αντάξια κατάληξη

Οι 50 και πλέον ημέρες στους δρόμους, τα δεκάδες μπλόκα απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας, η μαζικότητα και η ενότητα του αγώνα, η αλληλεγγύη της συντριπτικής πλειοψηφίας του εργαζόμενου λαού που στάθηκε στο πλευρό των βιοπαλαιστών της αγροτιάς και της κτηνοτροφίας αποτέλεσαν αναμφίβολα ορόσημο για το αγροτικό κίνημα.

Αγρότες, κτηνοτρόφοι, μελισσοκόμοι, αλιείς πάλεψαν μαζικά, οργανωμένα και ενωτικά για τη δουλειά και τη ζωή τους, για να έχουν μέλλον στη γη και στον τόπο τους και συσπειρώθηκαν, δίνοντας έναν δίκαιο και τίμιο αγώνα, επικαλούμενοι το δικαίωμα στη ζωή.

Ωστόσο, η κατάληξη των κινητοποιήσεων δεν ήταν αντάξια του σπουδαίου αγώνα που δόθηκε, με τις δυνάμεις που κυριαρχούν στον αγροτικό χώρο να φέρουν συγκεκριμένες ευθύνες.

Αντί να οδηγηθεί ο αγώνας σε κλιμάκωση αμέσως μετά τις γιορτές, όπως είχε εξαγγελθεί, χάθηκε πολύτιμος χρόνος, ενώ ταυτόχρονα η κυβέρνηση οργίαζε με μηχανορραφίες και παρασκηνιακές διαβουλεύσεις. Αυτό φάνηκε άλλωστε με τους περιβόητους «πρόθυμους» διασπαστές του αγώνα που συναντήθηκαν ξεχωριστά με τον Μητσοτάκη.

Το ουσιαστικό είναι ότι η Πανελλαδική Επιτροπή Μπλόκων (ΠΕΜ) δεν προχώρησε στην κλιμάκωση που είχε εξαγγείλει, αντίθετα άρχισε να κάνει πίσω και χάθηκε η ευκαιρία για ακόμα μεγαλύτερη πίεση σε μία κρίσιμη φάση. Πήγε σε συνάντηση στις 19 Γενάρη, με άνοιγμα των δρόμων, όπως ζητούσε η κυβέρνηση, ενώ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ο Μητσοτάκης και οι υπουργοί του αναμάσησαν τα ήδη εξαγγελθέντα, χωρίς να απαντήσουν σε κρίσιμα ζητήματα.

Μία μόλις ημέρα μετά, οι αγρότες από διάφορα μπλόκα άρχισαν να αποχωρούν, ενώ σε άλλα, όπως στη Νίκαια, στον Ε65, στα Μάλγαρα και στο Κάστρο παρέμειναν για λίγες ακόμα ημέρες, προχωρώντας σε κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες.

Δεν τηρήθηκε έτσι για μία ακόμα φορά η εξαγγελία για κλιμάκωση, παρά το ότι σύσσωμη η αντιπροσωπεία δήλωνε ότι δεν υπήρχε ικανοποίηση. Στην πραγματικότητα, ο αγώνας των αγροτών δεν ενισχύθηκε σε κρίσιμες φάσεις, αντ’ αυτού εγκλωβίστηκε, υπονομεύτηκε και αποστερήθηκε το βασικό μέσο πίεσης που είχε.

Η αλλαγή πλεύσης, παρά τις αρχικές ανακοινώσεις της ΠΕΜ, έγινε χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα όσον αφορά τη στάση της κυβέρνησης σε όλο το διάστημα του πολυήμερου αγώνα και δείχνει σαφώς στροφή προς μία κατεύθυνση υποχώρησης και προσαρμογής στην κυβερνητική πίεση.

Τι κέρδισαν οι αγρότες

Μπορεί η κυβέρνηση να μην ικανοποίησε βασικά αιτήματα, όπως μέτρα για μείωση του κόστους παραγωγής, αναπλήρωση του χαμένου εισοδήματος, ευλογιά των αιγοπροβάτων κλπ, εξαναγκάστηκε ωστόσο σε ορισμένες παραχωρήσεις, κάτω από την πίεση του αγροτικού κινήματος.

Όσον αφορά το πετρέλαιο, θα εφαρμόζεται έκπτωση στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης απευθείας στην αντλία, χωρίς επιβάρυνση ΦΠΑ επί του φόρου, ενώ θα αναπροσαρμοστεί ο υπολογισμός των λίτρων πετρελαίου που απαιτούνται ανά καλλιέργεια. Ση­μειώνεται πάντως ότι οι αλλαγές θα τεθούν σε ισχύ την 1η Νοέμβρη 2026, με την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο να εξαιρείται.

Στο αγροτικό ρεύμα, η τιμή διαμορφώνεται στα 8,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα, με την κυβέρνηση να εξετάζει νέα επέκταση του προγράμματος «ΓΑΙΑ» σε αγρότες με ρύθμιση οφειλών λιγότερο από 12 μήνες, ενώ οι λογαριασμοί θα εκδίδονται σε πιο αραιά διαστήματα.

Αποκλείονται όμως πολλοί αγρότες, καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των παραγωγών δεν έχει τη δυνατότητα να πληρώνει τη ΔΕΗ κατά την έκδοση των λογαριασμών, παρά εξαναγκάζεται σε ρυθμίσεις που πολλές φορές δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν στην ώρα τους.
Η κυβέρνηση υποσχέθηκε ακόμα λύση και για το φλέγον ζήτημα του ΚΑΕΚ – ΑΤΑΚ, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν τεχνικά ζητήματα που πρέπει να λυθούν.

Γίνεται ξεκάθαρο και εδώ ότι η κυβέρνηση ακολούθησε τη γνωστή τακτική των υποσχέσεων, η υλοποίηση των οποίων μετατίθεται αρκετούς μήνες αργότερα, με αστερίσκους και εξαιρέσεις.

Παρακαταθήκη για το μέλλον

Οι βιοπαλαιστές αγρότες και οι κτηνοτρόφοι διεξήγαγαν έναν τίμιο και δίκαιο αγώνα που αποτελεί σημαντική παρακαταθήκη για το κίνημα, καθώς στάθηκαν απέναντι στην αντιαγροτική και αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης που οδηγεί σε αφαίμαξη τα λαϊκά εισοδήματα και εξυπηρετεί τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου και της ΕΕ.

Παρά τη συκοφάντηση, την καταστολή και τις απειλές, τα μπλόκα άντεξαν και εξέφρασαν τις ανάγκες και τα αιτήματα των κατοίκων της υπαίθρου, έχοντας στο πλευρό τους το λαό και τη νεολαία. Δεν θα πρέπει ωστόσο να λείψει η κριτική και η αυτοκριτική.

Ο τρόπος που έληξε ο αγώνας είναι δυσανάλογος της μαζικότητας, της διάθεσης και της διάρκειάς του, με τις δυνάμεις που κυριαρχούν στους κόλπους του αγροτικού κινήματος να φέρουν σοβαρές ευθύνες. Σε μεγάλο βαθμό επαναλήφθηκαν λάθη του παρελθόντος, όταν κινητοποιήσεις οδηγούνταν σε αναστολή και κλείσιμο, παρά τις ανάγκες και τη διάθεση του κόσμου.

Σίγουρα η υπόθεση του αγώνα της αγροτιάς, όπως και όλου του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας, δεν τελειώνει εδώ. Όσο βαθαίνει η νεοφιλελεύθερη αντιλαϊκή πολιτική της φτώχειας, της εξαθλίωσης, της πολεμικής οικονομίας, της εξυπηρέτησης των κερδών του μεγάλου κεφαλαίου και της ΕΕ και περιστέλλονται δικαιώματα και ελευθερίες, τόσο η ταξική πάλη θα οξύνεται και θα ξεσπούν μικροί και μεγάλοι αγώνες.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι ο υποκειμενικός παράγοντας: Η συγκρότηση ενός πλατιού, μαζικού, οργανωμένου κινήματος που θα συσπειρώσει τον κόσμο της αγροτιάς, αλλά και με σαφή πολιτικό προσανατολισμό και στόχους που θα βάλει φρένο στην κυβερνητική πολιτική και στο ζοφερό μέλλον που μοιάζει να πλησιάζει επικίνδυνα.

πηγή: Λαϊκός Δρόμος